υπερπλήρωσις

υπερπλήρωσις
(-εως) η переполнение

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "υπερπλήρωσις" в других словарях:

  • ὑπερπληρώσει — ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem nom/voc/acc dual (attic epic) ὑπερπληρώσεϊ , ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem dat sg (epic) ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem dat sg (attic ionic) ὑπερπληρόω fill overfull aor subj act 3rd sg (epic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερπληρώσεις — ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem nom/voc pl (attic epic) ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem nom/acc pl (attic) ὑπερπληρόω fill overfull aor subj act 2nd sg (epic) ὑπερπληρόω fill overfull fut ind act 2nd sg ὑ̱περπληρώσεις , ὑπερπληρόω fill… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερπλήρωσιν — ὑπερπλήρωσις excessive repletion fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερπλήρωση — η / ὑπερπλήρωσις, ώσεως, ΝΜΑ [ὑπερπληρῶ / ώνω] υπερβολικό γέμισμα, παραγέμισμα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»